Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάντη

/aˈnan.di/ουσιαστικό
•
  1. ουσιαστικοποιημένοτα ανάντη (μέρη) Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτα ανάντη (μέρη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλιτικός τύπος. Ο πληθυντικός ουδέτερου επιθέτου, επίσης ουσιαστικοποιημένος και σε επιρρηματική χρήση. → δείτε τις λέξεις ανάντης και ἀνάντης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανάντη

/aˈnan.di/επίρρημα
•
  1. αρχαιοπρεπέςπρος την πάνω πλευρά Βικιλεξικό
    • Ευρείας έκτασης ανάλογα προϊόντα συναντώνται στις παρυφές της ορεινής περιοχής ανάντη της Αταλάντης. (Χρήστος Αγγελίδης, Τεχνικογεωλογικές συνθήκες ευρύτερης περιοχής Αταλάντης Ν. Φθιώτιδας, τεύχος 17, 1992, σελ. 108)

Ετυμολογία

Κλιτικός τύπος. Ο πληθυντικός ουδέτερου επιθέτου, επίσης ουσιαστικοποιημένος και σε επιρρηματική χρήση. → δείτε τις λέξεις ανάντης και ἀνάντης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →