ανάντη
•
- ουσιαστικοποιημένοτα ανάντη (μέρη) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτα ανάντη (μέρη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλιτικός τύπος. Ο πληθυντικός ουδέτερου επιθέτου, επίσης ουσιαστικοποιημένος και σε επιρρηματική χρήση. → δείτε τις λέξεις ανάντης και ἀνάντης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →