ανάπεμψη
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναπέμπω, το να στέλνεις κάτι ψηλά στον ουρανό Βικιλεξικό
- ανάπεμψη προσευχής, ανάπεμψη δέησης
Ετυμολογία
ανάπεμψη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνάπεμ(ψις) < ἀναπέμπω + -σις > -ψις > -ψη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπεμψη | αναπέμψεις |
| Γενική | ανάπεμψης | αναπέμψεων |
| Αιτιατική | ανάπεμψη | αναπέμψεις |
| Κλητική | ανάπεμψη | αναπέμψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →