ανάπλεκος
•
- που δεν είναι πλεγμένος Βικιλεξικό
- που είναι χαλαρά πλεγμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάπλεκος < μεσαιωνική ελληνική ἀνάπλεκος < αρχαία ελληνική ἀναπλέκω < πλέκω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπλεκος | ανάπλεκη | ανάπλεκο |
| Γενική | ανάπλεκου | ανάπλεκης | ανάπλεκου |
| Αιτιατική | ανάπλεκο | ανάπλεκη | ανάπλεκο |
| Κλητική | ανάπλεκε | ανάπλεκη | ανάπλεκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπλεκοι | ανάπλεκες | ανάπλεκα |
| Γενική | ανάπλεκων | ανάπλεκων | ανάπλεκων |
| Αιτιατική | ανάπλεκους | ανάπλεκες | ανάπλεκα |
| Κλητική | ανάπλεκοι | ανάπλεκες | ανάπλεκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →