Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάπλεκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι πλεγμένος Βικιλεξικό
  2. που είναι χαλαρά πλεγμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάπλεκος < μεσαιωνική ελληνική ἀνάπλεκος < αρχαία ελληνική ἀναπλέκω < πλέκω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάπλεκοςανάπλεκηανάπλεκο
Γενικήανάπλεκουανάπλεκηςανάπλεκου
Αιτιατικήανάπλεκοανάπλεκηανάπλεκο
Κλητικήανάπλεκεανάπλεκηανάπλεκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάπλεκοιανάπλεκεςανάπλεκα
Γενικήανάπλεκωνανάπλεκωνανάπλεκων
Αιτιατικήανάπλεκουςανάπλεκεςανάπλεκα
Κλητικήανάπλεκοιανάπλεκεςανάπλεκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →