ανάπλευση
•
- πλεύση ενάντια στο ρεύμα (θάλασσας, ποταμού, αέρα) Βικιλεξικό
- άπαρση, απόπλους, έκπλους, σαλπάρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάπλευση < (ελληνιστική κοινή) ἀνάπλευσις < αρχαία ελληνική ἀνάπλευσις (=σπάσιμο οστού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπλευση | αναπλεύσεις |
| Γενική | ανάπλευσης | αναπλεύσεων |
| Αιτιατική | ανάπλευση | αναπλεύσεις |
| Κλητική | ανάπλευση | αναπλεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →