ανάπτυγμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναπτύσσω Βικιλεξικό
- σπάνιοη ανάπτυξη Βικιλεξικό
- μαθηματικάσειρά Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη έκταση στην οποία αναπτύσσεται μια στρατιωτική μονάδα στο μέτωπο και ο σχηματισμός της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάπτυγμα < αναπτύσσω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπτυγμα | αναπτύγματα |
| Γενική | αναπτύγματος | αναπτυγμάτων |
| Αιτιατική | ανάπτυγμα | αναπτύγματα |
| Κλητική | ανάπτυγμα | αναπτύγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →