Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάπτυγμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναπτύσσω Βικιλεξικό
  2. σπάνιοη ανάπτυξη Βικιλεξικό
  3. μαθηματικάσειρά Βικιλεξικό
  4. στρατιωτικός όροςη έκταση στην οποία αναπτύσσεται μια στρατιωτική μονάδα στο μέτωπο και ο σχηματισμός της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάπτυγμα < αναπτύσσω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάπτυγμααναπτύγματα
Γενικήαναπτύγματοςαναπτυγμάτων
Αιτιατικήανάπτυγμααναπτύγματα
Κλητικήανάπτυγμααναπτύγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →