ανάραχο
•
- Κύθηρα: φάντασμα (πληθυντικός: ανάραχα, τα φαντάσματα) Βικιλεξικό
- Κρήτη και στην Τσακώνικη διάλεκτο: το πεπρωμένο, το τυχερό, το ριζικό (συνώνυμο: ανάροχο) Βικιλεξικό
- Άρτα και άλλες περιοχές, στον πληθυντικό, τα ανάραχα: η κορυφή της ραχούλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάραχο < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →