ανάρια
•
- τοπικάαραιά Βικιλεξικό
- χρονικάαραιά, πού και πού, κάπου κάπου, σπάνια Βικιλεξικό
- αργά αργά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάρια < ανάρι(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ανάρια < ανάρι(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →