Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάρια

επίρρημα
•
  1. τοπικάαραιά Βικιλεξικό
  2. χρονικάαραιά, πού και πού, κάπου κάπου, σπάνια Βικιλεξικό
  3. αργά αργά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάρια < ανάρι(ος) + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →