Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάριθμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λάβει αριθμό, δεν έχει αριθμηθεί Βικιλεξικό
    • Ανάριθμο θεωρείται το όχημα το οποίο δεν εχει εφοδιαστεί ακόμα με αριθμό κυκλοφορίας. (*)
  2. αναρίθμητος Βικιλεξικό
  3. γραμματικήμη αριθμητός, χωρίς γραμματικούς αριθμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάριθμος < αρχαία ελληνική ἀνάριθμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάριθμοςανάριθμηανάριθμο
Γενικήανάριθμουανάριθμηςανάριθμου
Αιτιατικήανάριθμοανάριθμηανάριθμο
Κλητικήανάριθμεανάριθμηανάριθμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάριθμοιανάριθμεςανάριθμα
Γενικήανάριθμωνανάριθμωνανάριθμων
Αιτιατικήανάριθμουςανάριθμεςανάριθμα
Κλητικήανάριθμοιανάριθμεςανάριθμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →