ανάρρηση
•
- λόγιοη επίσημη ανάληψη καθηκόντων σε κάποια ιδιαίτερα υψηλή θέση Βικιλεξικό
- η ανάρρησή του στο θρόνο
- η άνοδος σε κάποια σχετικά υψηλή θέση, η ανάδειξη, η αναρρίχηση Βικιλεξικό
- παρακολουθώ καιρό την πορεία του και η ανάρρησή του τελικά στην προεδρία δεν με εντυπωσιάζει
Ετυμολογία
ανάρρηση < αρχαία ελληνική ἀνάρρησις < ἀνά + ῥῆσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάρρηση | αναρρήσεις |
| Γενική | ανάρρησης | αναρρήσεων |
| Αιτιατική | ανάρρηση | αναρρήσεις |
| Κλητική | ανάρρηση | αναρρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →