Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάσα

/aˈna.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αναπνοή Βικιλεξικό
    • Πάρε μια βαθιά ανάσα και βούτα.
  2. η εκπνοή Βικιλεξικό
  3. η ξεκούραση, η μικρή ανακούφιση Βικιλεξικό
    • Βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω μια ανάσα γιατί με τρελάνανε τα παιδιά.
    • Είπαν για κοινωνικό μέρισμα και χάρηκα ότι θα παίρναμε μια ανάσα αλλά αυτό ούτε πουρμπουάρ δεν είναι άμα το διαιρέσεις -χώρια που δεν το έδωσαν κιόλας.

Ετυμολογία

ανάσα < ανασαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάσαανάσες
Γενικήανάσας—
Αιτιατικήανάσαανάσες
Κλητικήανάσαανάσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →