ανάσα
•
- η αναπνοή Βικιλεξικό
- Πάρε μια βαθιά ανάσα και βούτα.
- η εκπνοή Βικιλεξικό
- η ξεκούραση, η μικρή ανακούφιση Βικιλεξικό
- Βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω μια ανάσα γιατί με τρελάνανε τα παιδιά.
- Είπαν για κοινωνικό μέρισμα και χάρηκα ότι θα παίρναμε μια ανάσα αλλά αυτό ούτε πουρμπουάρ δεν είναι άμα το διαιρέσεις -χώρια που δεν το έδωσαν κιόλας.
Ετυμολογία
ανάσα < ανασαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάσα | ανάσες |
| Γενική | ανάσας | — |
| Αιτιατική | ανάσα | ανάσες |
| Κλητική | ανάσα | ανάσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →