ανάσαση
•
- ανακούφιση, έμπρακτη ή συναισθηματική παροχή στήριξης Βικιλεξικό
- Ἄλλός σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
- ἀλλ' ἀνάσασι καμμιά·
- ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
- καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
Ετυμολογία
ανάσαση < μεσαιωνική ελληνική ἀνάσαση και ἀνασασμός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →