Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάσαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανακούφιση, έμπρακτη ή συναισθηματική παροχή στήριξης Βικιλεξικό
    • Ἄλλός σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
    • ἀλλ' ἀνάσασι καμμιά·
    • ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
    • καὶ σὲ γέλασε φρικτά.

Ετυμολογία

ανάσαση < μεσαιωνική ελληνική ἀνάσαση και ἀνασασμός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →