ανάτρηση
•
- ιατρικήο τρυπανισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάτρηση < ελληνιστική κοινή ἀνάτρησις < αρχαία ελληνική ἀνά + τρῆσις < τετραίνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική trepanation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάτρηση | ανατρήσεις |
| Γενική | ανάτρησης | ανατρήσεων |
| Αιτιατική | ανάτρηση | ανατρήσεις |
| Κλητική | ανάτρηση | ανατρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →