ανάφαση
•
- βιολογία: το τρίτο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάφαση < ανά + φάση (διεθνής βιολογικός όρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάφαση | αναφάσεις |
| Γενική | ανάφασης | αναφάσεων |
| Αιτιατική | ανάφαση | αναφάσεις |
| Κλητική | ανάφαση | αναφάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →