ανέβασμα
•
- η ενέργεια του ανεβαίνω Βικιλεξικό
- το ανέβασμα των επίπλων από μεταφορείς (αλλά η ανάβαση ανθρώπων στο βουνό)
- πληροφορικήupload, uploading: η μεταφορά δεδομένων σε υπολογιστή δικτύου, συνηθέστερα σε διακομιστή (server) στο διαδίκτυο (internet) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέβασμα < μεσαιωνική ελληνική ἀνέβασμα (σκάλα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέβασμα | ανεβάσματα |
| Γενική | ανεβάσματος | ανεβασμάτων |
| Αιτιατική | ανέβασμα | ανεβάσματα |
| Κλητική | ανέβασμα | ανεβάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →