ανέγερση
•
- η ενέργεια του ρήματος ανεγείρω, η οικοδόμηση, η κατασκευή ενός κτηρίου Βικιλεξικό
- Πιο κάτω, στην οδό Π. Τσαλδάρη 34, ένα από τα ωραία μικρά σπίτια της γειτονιάς με μια εξώθυρα που σε κάνει να σταματήσεις και να τη θαυμάσεις, έχει βάλει αγγελτήριο ανέγερσης νέας οικοδομής.
Ετυμολογία
ανέγερση < ελληνιστική κοινή ἀνέγερσις < αρχαία ελληνική ἀνεγείρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέγερση | ανεγέρσεις |
| Γενική | ανέγερσης | ανεγέρσεων |
| Αιτιατική | ανέγερση | ανεγέρσεις |
| Κλητική | ανέγερση | ανεγέρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →