Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέγνωρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο άγνωστος, μη γνώριμος, που δεν τον αναγνωρίζει κάποιος ως οικεία φυσιογνωμία Βικιλεξικό
  2. ο άσημος, η μη αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία Βικιλεξικό
  3. αγνώριστος, που άλλαξε πολύ και δεν τον αναγνωρίζεις εξαιτίας της αλλαγής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέγνωρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέγνωρος < ἀνέ- στερητικό + ἄγνωρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέγνωροςανέγνωρηανέγνωρο
Γενικήανέγνωρουανέγνωρηςανέγνωρου
Αιτιατικήανέγνωροανέγνωρηανέγνωρο
Κλητικήανέγνωρεανέγνωρηανέγνωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέγνωροιανέγνωρεςανέγνωρα
Γενικήανέγνωρωνανέγνωρωνανέγνωρων
Αιτιατικήανέγνωρουςανέγνωρεςανέγνωρα
Κλητικήανέγνωροιανέγνωρεςανέγνωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →