Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέκκλητος

/aˈne.kli.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοσυνώνυμο του αμετάκλητος Βικιλεξικό
    • Η απόφασή του για διαζύγιο ήταν ανέκκλητη. Ούτε τα παιδιά του δεν του άλλαξαν γνώμη.

Ετυμολογία

ανέκκλητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνέκκλητος < ἀν- στερητικό αν- + ρηματικό επίθετο του ἐκκαλέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέκκλητοςανέκκλητηανέκκλητο
Γενικήανέκκλητουανέκκλητηςανέκκλητου
Αιτιατικήανέκκλητοανέκκλητηανέκκλητο
Κλητικήανέκκλητεανέκκλητηανέκκλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέκκλητοιανέκκλητεςανέκκλητα
Γενικήανέκκλητωνανέκκλητωνανέκκλητων
Αιτιατικήανέκκλητουςανέκκλητεςανέκκλητα
Κλητικήανέκκλητοιανέκκλητεςανέκκλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →