ανέκκλητος
•
- λόγιοσυνώνυμο του αμετάκλητος Βικιλεξικό
- Η απόφασή του για διαζύγιο ήταν ανέκκλητη. Ούτε τα παιδιά του δεν του άλλαξαν γνώμη.
Ετυμολογία
ανέκκλητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνέκκλητος < ἀν- στερητικό αν- + ρηματικό επίθετο του ἐκκαλέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέκκλητος | ανέκκλητη | ανέκκλητο |
| Γενική | ανέκκλητου | ανέκκλητης | ανέκκλητου |
| Αιτιατική | ανέκκλητο | ανέκκλητη | ανέκκλητο |
| Κλητική | ανέκκλητε | ανέκκλητη | ανέκκλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέκκλητοι | ανέκκλητες | ανέκκλητα |
| Γενική | ανέκκλητων | ανέκκλητων | ανέκκλητων |
| Αιτιατική | ανέκκλητους | ανέκκλητες | ανέκκλητα |
| Κλητική | ανέκκλητοι | ανέκκλητες | ανέκκλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →