Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέκφραστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που η έκφρασή του δεν φανερώνει τα συναισθήματά του ή και που δεν τρέφει πιθανόν κάποια συναισθήματα εκείνη τη στιγμή για ό,τι συμβαίνει Βικιλεξικό
  2. που δεν εκφράσθηκε, δεν εκδηλώθηκε με λόγια ή με πράξεις Βικιλεξικό
    • ...ένας κόσμος ολόκληρος από αισθήματα έμεινε ανέκφραστος, σκεπασμένος για πάντα από το τεράστιο σάβανο του λογιοτατισμού και της ρητορικής καλλιέπειας (Γ. Σεφέρης)

Ετυμολογία

ανέκφραστος < (ελληνιστική κοινή) ἀνέκφρασστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέκφραστοςανέκφραστηανέκφραστο
Γενικήανέκφραστουανέκφραστηςανέκφραστου
Αιτιατικήανέκφραστοανέκφραστηανέκφραστο
Κλητικήανέκφραστεανέκφραστηανέκφραστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέκφραστοιανέκφραστεςανέκφραστα
Γενικήανέκφραστωνανέκφραστωνανέκφραστων
Αιτιατικήανέκφραστουςανέκφραστεςανέκφραστα
Κλητικήανέκφραστοιανέκφραστεςανέκφραστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →