ανέκφραστος
•
- που η έκφρασή του δεν φανερώνει τα συναισθήματά του ή και που δεν τρέφει πιθανόν κάποια συναισθήματα εκείνη τη στιγμή για ό,τι συμβαίνει Βικιλεξικό
- που δεν εκφράσθηκε, δεν εκδηλώθηκε με λόγια ή με πράξεις Βικιλεξικό
- ...ένας κόσμος ολόκληρος από αισθήματα έμεινε ανέκφραστος, σκεπασμένος για πάντα από το τεράστιο σάβανο του λογιοτατισμού και της ρητορικής καλλιέπειας (Γ. Σεφέρης)
Ετυμολογία
ανέκφραστος < (ελληνιστική κοινή) ἀνέκφρασστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέκφραστος | ανέκφραστη | ανέκφραστο |
| Γενική | ανέκφραστου | ανέκφραστης | ανέκφραστου |
| Αιτιατική | ανέκφραστο | ανέκφραστη | ανέκφραστο |
| Κλητική | ανέκφραστε | ανέκφραστη | ανέκφραστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέκφραστοι | ανέκφραστες | ανέκφραστα |
| Γενική | ανέκφραστων | ανέκφραστων | ανέκφραστων |
| Αιτιατική | ανέκφραστους | ανέκφραστες | ανέκφραστα |
| Κλητική | ανέκφραστοι | ανέκφραστες | ανέκφραστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →