ανέλιξη
•
- συνεχής εξέλιξη (ανεξάρτητα από τη θετική ή αρνητική κατεύθυνση), εκτύλιξη, ξετύλιγμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξέλιξη, πρόοδος Βικιλεξικό
- μαθηματικάσυνάρτηση που έχει ως όρισμα το χρόνο (ή άλλο μέγεθος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέλιξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνέλιξις < αρχαία ελληνική ἀνελίσσω (ξετυλίγω) < ἀνά + ἑλίσσω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική évolution
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέλιξη | ανελίξεις |
| Γενική | ανέλιξης | ανελίξεων |
| Αιτιατική | ανέλιξη | ανελίξεις |
| Κλητική | ανέλιξη | ανελίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →