Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέλκυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανελκύω, η έλξη ενός ογκώδους αντικειμένου από τον βυθό, η έλξη προς τα πάνω με κάποιο μηχανισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέλκυση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνελκύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανέλκυσηανελκύσεις
Γενικήανέλκυσηςανελκύσεων
Αιτιατικήανέλκυσηανελκύσεις
Κλητικήανέλκυσηανελκύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →