ανέλκυση
•
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανελκύω, η έλξη ενός ογκώδους αντικειμένου από τον βυθό, η έλξη προς τα πάνω με κάποιο μηχανισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέλκυση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνελκύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέλκυση | ανελκύσεις |
| Γενική | ανέλκυσης | ανελκύσεων |
| Αιτιατική | ανέλκυση | ανελκύσεις |
| Κλητική | ανέλκυση | ανελκύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →