ανέλο
•
- ναυτικός όροςο κρίκος (της άγκυρας) Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη άγκυρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική anello < λατινική anellus, υποκοριστικό του anus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁eh₂no- (κρίκος, δαχτυλίδι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέλο | ανέλα |
| Γενική | ανέλου | ανέλων |
| Αιτιατική | ανέλο | ανέλα |
| Κλητική | ανέλο | ανέλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →