ανέλπιστα
•
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ανέλπιστο) του ανέλπιστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέλπιστα < ανέλπιστ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ανέλπιστα < ανέλπιστ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ανέλπιστα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέλπιστα < ἀνέλπιστ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →