Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέμυαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πρόσωποπου δεν έχει μυαλό, δεν σκέφτεται σωστά Βικιλεξικό
  2. ενέργειαπου την κάνουμε χωρίς να σκεφτόμαστε σωστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέμυαλος < ανε- + μυαλό + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέμυαλοςανέμυαληανέμυαλο
Γενικήανέμυαλουανέμυαληςανέμυαλου
Αιτιατικήανέμυαλοανέμυαληανέμυαλο
Κλητικήανέμυαλεανέμυαληανέμυαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέμυαλοιανέμυαλεςανέμυαλα
Γενικήανέμυαλωνανέμυαλωνανέμυαλων
Αιτιατικήανέμυαλουςανέμυαλεςανέμυαλα
Κλητικήανέμυαλοιανέμυαλεςανέμυαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →