Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέντιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκείνος που ενεργεί με πλάγιο τρόπο χωρίς να τηρεί τους συμφωνημένους -ρητά ή σιωπηρά- κανόνες, ο ζαβολιάρης για κάτι σχετικά ασήμαντο, ο απατεώνας για κάτι πιο σοβαρό, ο άτιμος για θέμα ηθικής ή σοβαρής υποχρέωσης Βικιλεξικό
    • αυτό ήταν ανέντιμο εκ μέρους σου

Ετυμολογία

ανέντιμος < α στερητικό και έντιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέντιμοςανέντιμηανέντιμο
Γενικήανέντιμουανέντιμηςανέντιμου
Αιτιατικήανέντιμοανέντιμηανέντιμο
Κλητικήανέντιμεανέντιμηανέντιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέντιμοιανέντιμεςανέντιμα
Γενικήανέντιμωνανέντιμωνανέντιμων
Αιτιατικήανέντιμουςανέντιμεςανέντιμα
Κλητικήανέντιμοιανέντιμεςανέντιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →