Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέξοδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα, για τον οποίον χρειάζονται λίγα μόνο έξοδα Βικιλεξικό
    • Δεν άργησε να γίνει άνθρωπος εμπιστοσύνης στην αρχή για ανέξοδες εκμυστηρεύσεις, απ' αυτές που κάνει κάθε γυναίκα στην κομμώτρια, τη μανικιουρίστα και τη μοδίστρα της. (Ελισάβετ Παπαδοπούλου, Μέρες και νύχτες που δεν ήταν δικές μας, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

ανέξοδος < αν- + έξοδος (δηλ. χωρίς δαπάνη)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέξοδοςανέξοδηανέξοδο
Γενικήανέξοδουανέξοδηςανέξοδου
Αιτιατικήανέξοδοανέξοδηανέξοδο
Κλητικήανέξοδεανέξοδηανέξοδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέξοδοιανέξοδεςανέξοδα
Γενικήανέξοδωνανέξοδωνανέξοδων
Αιτιατικήανέξοδουςανέξοδεςανέξοδα
Κλητικήανέξοδοιανέξοδεςανέξοδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →