ανέσπερο
•
- λογοτεχνικόδειλινό Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόαιωνιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέσπερο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανέσπερος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέσπερο | ανέσπερα |
| Γενική | ανέσπερου | ανέσπερων |
| Αιτιατική | ανέσπερο | ανέσπερα |
| Κλητική | ανέσπερο | ανέσπερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →