ανέστιος
•
- που είναι χωρίς σπίτι (εστία), ο άστεγος Βικιλεξικό
- Kατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης. (Κ.Π. Καβάφης, "Ας φρόντιζαν")
- που είναι χωρίς μόνιμη διαμονή, ο περιπλανώμενος Βικιλεξικό
- αυτός που δεν έχει πατρίδα και έδαφος να επιστρέψει, ο λαός χωρίς κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέστιος < αρχαία ελληνική ἀνέστιος < ἀν- στερητικό + ἑστία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέστιος | ανέστια | ανέστιο |
| Γενική | ανέστιου | ανέστιας | ανέστιου |
| Αιτιατική | ανέστιο | ανέστια | ανέστιο |
| Κλητική | ανέστιε | ανέστια | ανέστιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέστιοι | ανέστιες | ανέστια |
| Γενική | ανέστιων | ανέστιων | ανέστιων |
| Αιτιατική | ανέστιους | ανέστιες | ανέστια |
| Κλητική | ανέστιοι | ανέστιες | ανέστια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →