Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέστιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι χωρίς σπίτι (εστία), ο άστεγος Βικιλεξικό
    • Kατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης. (Κ.Π. Καβάφης, "Ας φρόντιζαν")
  2. που είναι χωρίς μόνιμη διαμονή, ο περιπλανώμενος Βικιλεξικό
  3. αυτός που δεν έχει πατρίδα και έδαφος να επιστρέψει, ο λαός χωρίς κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέστιος < αρχαία ελληνική ἀνέστιος < ἀν- στερητικό + ἑστία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέστιοςανέστιαανέστιο
Γενικήανέστιουανέστιαςανέστιου
Αιτιατικήανέστιοανέστιαανέστιο
Κλητικήανέστιεανέστιαανέστιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέστιοιανέστιεςανέστια
Γενικήανέστιωνανέστιωνανέστιων
Αιτιατικήανέστιουςανέστιεςανέστια
Κλητικήανέστιοιανέστιεςανέστια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →