ανέφελος
•
- μετεωρολογίαουρανός ασυννέφιαστος, καθαρός από σύννεφα Βικιλεξικό
- μεταφορικάζωή που κυλά χωρίς προβλήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέφελος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνέφελος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέφελος | ανέφελη | ανέφελο |
| Γενική | ανέφελου | ανέφελης | ανέφελου |
| Αιτιατική | ανέφελο | ανέφελη | ανέφελο |
| Κλητική | ανέφελε | ανέφελη | ανέφελο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανέφελοι | ανέφελες | ανέφελα |
| Γενική | ανέφελων | ανέφελων | ανέφελων |
| Αιτιατική | ανέφελους | ανέφελες | ανέφελα |
| Κλητική | ανέφελοι | ανέφελες | ανέφελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →