Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέφικτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοκάτι που δεν μπορούμε να το επιτύχουμε ή δύσκολα μπορούμε να το επιτύχουμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέφικτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανέφικτος < ελληνιστική κοινή ἀνέφικτος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανέφικτοανέφικτα
Γενικήανέφικτουανέφικτων
Αιτιατικήανέφικτοανέφικτα
Κλητικήανέφικτοανέφικτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →