ανήκω
•
- είμαι μέρος ενός συνόλου Βικιλεξικό
- αποτελώ τμήμα της περιουσίας κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανήκω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνήκω < αρχαία σημασία: φτάνω μέχρι < (ἀνά) ἀν- + ἥκω (έχω έρθει)
Άλλοι τύποι
άνηκαανήκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →