Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανήλιαγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι χωρίς το φως του ηλίου, που δεν φωτίζεται από αυτόν Βικιλεξικό
    • Με ξύπνησε το χάδι της μικρής αχτίδας του ήλιου που έμπαινε ανάμεσα απ΄ την γρίλια του παραθύρου δίπλα στην πόρτα εισόδου, στο μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμά μου των σαράντα όλο κι όλο τετραγωνικών. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη, Αστυνομικό μυθιστόρημα, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9A%CE%91%CE%9C%CE%99%CE%91_%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%97_%CE%94%CE%95_%CE%9C%CE%95/aHtcAwAAQBAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1&pg=PA2&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

ανήλιαγος < αν- + ηλιάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήλιαγοςανήλιαγηανήλιαγο
Γενικήανήλιαγουανήλιαγηςανήλιαγου
Αιτιατικήανήλιαγοανήλιαγηανήλιαγο
Κλητικήανήλιαγεανήλιαγηανήλιαγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήλιαγοιανήλιαγεςανήλιαγα
Γενικήανήλιαγωνανήλιαγωνανήλιαγων
Αιτιατικήανήλιαγουςανήλιαγεςανήλιαγα
Κλητικήανήλιαγοιανήλιαγεςανήλιαγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →