Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανήλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διανύει την παιδική ή την εφηβική ηλικία Βικιλεξικό
  2. που, ανάλογα με τον νόμο, δεν έχει φτάσει ακόμα σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία Βικιλεξικό
    • ο Κυπριακός νόμος του 1995, περί Υιοθεσίας, θεωρεί ανήλικο κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ χρόνων
    • Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 https://www.skai.gr/news/greece/sovaros-traymatismos-anilikou-apo-krotida-sto-menidi)
    • Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3906028/dikasimos-to-2035-gia-poia-dikaiosuni-milame/)

Ετυμολογία

ανήλικος < (ελληνιστική κοινή) ἀνήλικος < αν- στερητικό + ηλικία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήλικοςανήλικηανήλικο
Γενικήανήλικουανήλικηςανήλικου
Αιτιατικήανήλικοανήλικηανήλικο
Κλητικήανήλικεανήλικηανήλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήλικοιανήλικεςανήλικα
Γενικήανήλικωνανήλικωνανήλικων
Αιτιατικήανήλικουςανήλικεςανήλικα
Κλητικήανήλικοιανήλικεςανήλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →