ανήμερα
•
- κατά την ίδια εκείνη μέρα στην οποία αναφερόμαστε Βικιλεξικό
- το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ τσουγκρίζουμε τ' αβγά κι ανήμερα το Πάσχα ψήνουμε τον οβελία
- Η νηστεία των Χριστουγέννων καθιερώθηκε αρχικά από τον 4ο μ.Χ. αιώνα και επισημοποιήθηκε ως τεσσαρακονθήμερος γύρω στον 7ο μ.Χ. αιώνα. Η νηστεία ξεκινά στις 15 Νοεμβρίου και ολοκληρώνεται ανήμερα της εορτής των Χριστουγέννων. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 https://imkitiou.org/blog/koinonika-themata/i-nisteia-os-tropos-zois)
- σκληρά, χωρίς οίκτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανήμερα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνήμερα < μεσαιωνική ελληνική ἐνήμερα (με παρασύνδεση προς τα σύνθετα από ἀν(α)- και αναβιβασμό του τόνου κατά το σήμερα) < αρχαία ελληνική ἐν ἡμέρᾳ (εντός της ημέρας)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →