ανήμπορος
•
- που δεν έχει δύναμη ή σφρίγος Βικιλεξικό
- Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
- που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι Βικιλεξικό
- φτωχός Βικιλεξικό
- ασθενής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανήμπορος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνήμπορος < στερητικό ἀν- + ἠμπορῶ + -ος (< ἐμπορῶ < αρχαία ελληνική εὐπορῶ) με επανανάλυση σε ανή- + μπορ- + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανήμπορος | ανήμπορη | ανήμπορο |
| Γενική | ανήμπορου | ανήμπορης | ανήμπορου |
| Αιτιατική | ανήμπορο | ανήμπορη | ανήμπορο |
| Κλητική | ανήμπορε | ανήμπορη | ανήμπορο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανήμποροι | ανήμπορες | ανήμπορα |
| Γενική | ανήμπορων | ανήμπορων | ανήμπορων |
| Αιτιατική | ανήμπορους | ανήμπορες | ανήμπορα |
| Κλητική | ανήμποροι | ανήμπορες | ανήμπορα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →