Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανήμπορος

/aˈnim.bo.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δύναμη ή σφρίγος Βικιλεξικό
    • Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
  2. που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι Βικιλεξικό
  3. φτωχός Βικιλεξικό
  4. ασθενής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανήμπορος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνήμπορος < στερητικό ἀν- + ἠμπορῶ + -ος (< ἐμπορῶ < αρχαία ελληνική εὐπορῶ) με επανανάλυση σε ανή- + μπορ- + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήμποροςανήμπορηανήμπορο
Γενικήανήμπορουανήμπορηςανήμπορου
Αιτιατικήανήμποροανήμπορηανήμπορο
Κλητικήανήμπορεανήμπορηανήμπορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήμποροιανήμπορεςανήμπορα
Γενικήανήμπορωνανήμπορωνανήμπορων
Αιτιατικήανήμπορουςανήμπορεςανήμπορα
Κλητικήανήμποροιανήμπορεςανήμπορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →