ανήσυχος
•
- που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι Βικιλεξικό
- αεικίνητος Βικιλεξικό
- που ψάχνει, που ερευνά, που δεν επαναπαύεται Βικιλεξικό
- Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
Ετυμολογία
ανήσυχος < (ελληνιστική κοινή) < ἀν- + αρχαία ελληνική ἥσυχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανήσυχος | ανήσυχη | ανήσυχο |
| Γενική | ανήσυχου | ανήσυχης | ανήσυχου |
| Αιτιατική | ανήσυχο | ανήσυχη | ανήσυχο |
| Κλητική | ανήσυχε | ανήσυχη | ανήσυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανήσυχοι | ανήσυχες | ανήσυχα |
| Γενική | ανήσυχων | ανήσυχων | ανήσυχων |
| Αιτιατική | ανήσυχους | ανήσυχες | ανήσυχα |
| Κλητική | ανήσυχοι | ανήσυχες | ανήσυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →