Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανίδεος

/aˈni.ðe.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ιδέα, πληροφόρηση, γνώσεις για κάτι Βικιλεξικό
  2. που δεν υποψιάζεται, που δεν πονηρεύεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανίδεος < αν- στερητικό + ιδέα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανίδεοςανίδεηανίδεο
Γενικήανίδεουανίδεηςανίδεου
Αιτιατικήανίδεοανίδεηανίδεο
Κλητικήανίδεεανίδεηανίδεο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανίδεοιανίδεεςανίδεα
Γενικήανίδεωνανίδεωνανίδεων
Αιτιατικήανίδεουςανίδεεςανίδεα
Κλητικήανίδεοιανίδεεςανίδεα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →