Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανίσχυρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ισχύ Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςάκυρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανίσχυρος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἰσχυρός < ἰσχύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανίσχυροςανίσχυρηανίσχυρο
Γενικήανίσχυρουανίσχυρηςανίσχυρου
Αιτιατικήανίσχυροανίσχυρηανίσχυρο
Κλητικήανίσχυρεανίσχυρηανίσχυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανίσχυροιανίσχυρεςανίσχυρα
Γενικήανίσχυρωνανίσχυρωνανίσχυρων
Αιτιατικήανίσχυρουςανίσχυρεςανίσχυρα
Κλητικήανίσχυροιανίσχυρεςανίσχυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →