ανίσωση
•
- μαθηματικάμαθηματική πρόταση που εκφράζει ότι η τιμή μιας μεταβλητής ή συνάρτησης δεν είναι ίση αλλά μικρότερη, μεγαλύτερη ή άνισα περιορισμένη σε σχέση με κάποια άλλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανίσωση < ελληνιστική κοινή ἀνίσωσις (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀνίσωσις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inéquation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανίσωση | ανισώσεις |
| Γενική | ανίσωσης | ανισώσεων |
| Αιτιατική | ανίσωση | ανισώσεις |
| Κλητική | ανίσωση | ανισώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →