Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανίσωση

/aˈni.so.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μαθηματικάμαθηματική πρόταση που εκφράζει ότι η τιμή μιας μεταβλητής ή συνάρτησης δεν είναι ίση αλλά μικρότερη, μεγαλύτερη ή άνισα περιορισμένη σε σχέση με κάποια άλλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανίσωση < ελληνιστική κοινή ἀνίσωσις (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀνίσωσις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inéquation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανίσωσηανισώσεις
Γενικήανίσωσηςανισώσεων
Αιτιατικήανίσωσηανισώσεις
Κλητικήανίσωσηανισώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →