αναβάτης
•
- αυτός που ανεβαίνει ή αυτός που έχει ανέβει κάπου Βικιλεξικό
- αυτός που καβαλικεύει άλογο, που ιππεύει Βικιλεξικό
- Ωστόσο, αυτός ο τόσο δα Κλάους, κάποια στιγμή τους καταπλήσσει όλους, τιθασεύοντας ένα αφηνιασμένο άλογο σαν ο καλύτερος αναβάτης σε ροντέο του Τέξας! (Κώστας Σταματίου, Το βιβλίο και ο χρόνος: 1988-1991, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 1154)
Ετυμολογία
αναβάτης < αρχαία ελληνική ἀναβάτης < ἀναβαίνω < βαίνω / Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + -βάτης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβάτης | αναβάτες |
| Γενική | αναβάτη | αναβατών |
| Αιτιατική | αναβάτη | αναβάτες |
| Κλητική | αναβάτη | αναβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →