αναβαθμίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αναβαθμίζω Βικιλεξικό
- Αναγνωρίστηκε γενικά ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ, διευρύνθηκε η εμβέλεια της επιστήμης της πολιτικής επικοινωνίας, αναβαθμίστηκαν τα επαγγέλματα των πολιτικών συμβούλων και ψιμυθιολόγων (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/poy-paei-i-politiki/)
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
αναβαθμίζωαναβαθμίστηκααναβαθμισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →