Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβαθμολογήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κάποια που αναβαθμολογεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβαθμολογήτρια < αναβαθμολογητής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναβαθμολογήτριααναβαθμολογήτριες
Γενικήαναβαθμολογήτριαςαναβαθμολογητριών
Αιτιατικήαναβαθμολογήτριααναβαθμολογήτριες
Κλητικήαναβαθμολογήτριααναβαθμολογήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →