αναβαθμολογήτρια
•
- κάποια που αναβαθμολογεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβαθμολογήτρια < αναβαθμολογητής + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβαθμολογήτρια | αναβαθμολογήτριες |
| Γενική | αναβαθμολογήτριας | αναβαθμολογητριών |
| Αιτιατική | αναβαθμολογήτρια | αναβαθμολογήτριες |
| Κλητική | αναβαθμολογήτρια | αναβαθμολογήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →