αναβιώνω
•
- μεταβατικόεπαναφέρω στη ζωή Βικιλεξικό
- Ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού, με το ωοειδές πρόσωπο, τη μακρόστενη μύτη, τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες και κηλίδες στο πρόσωπο και τα βαθιά, σκιασμένα μάτια, απορρέει από κομνήνεια πρότυπα, τα οποία, όπως είναι γνωστό, αναβιώνουν στην τέχνη του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα. (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 2000, σελ. 148)
- αμετάβατοεπανέρχομαι στη ζωή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβιώνω < αρχαία ελληνική ἀναβιόω / ἀναβιῶ < βίος + -ώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναβιώνω | αναβιώνεις | αναβιώνει | αναβιώνουμε | αναβιώνετε | αναβιώνουν / αναβιώνουνε |
| Παρατατικός | αναβίωνα | αναβίωνες | αναβίωνε | αναβιώναμε | αναβιώνατε | αναβίωναν / αναβιώναν / αναβιώνανε |
| Αόριστος | αναβίωσα | αναβίωσες | αναβίωσε | αναβιώσαμε | αναβιώσατε | αναβίωσαν / αναβιώσαν / αναβιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναβιώνω / θα αναβιώσω | θα αναβιώνεις / θα αναβιώσεις | θα αναβιώνει / θα αναβιώσει | θα αναβιώνουμε / θα αναβιώσουμε | θα αναβιώνετε / θα αναβιώσετε | θα αναβιώνουν / θα αναβιώνουνε / θα αναβιώσουν / θα αναβιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναβιώσει | έχεις αναβιώσει | έχει αναβιώσει | έχουμε αναβιώσει | έχετε αναβιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναβιώσει | είχες αναβιώσει | είχε αναβιώσει | είχαμε αναβιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναβιώσει / να αναβιώνω / να αναβιώσω | να έχεις αναβιώσει / να αναβιώνεις / να αναβιώσεις | να έχει αναβιώσει / να αναβιώνει / να αναβιώσει | να έχουμε αναβιώσει / να αναβιώνουμε / να αναβιώσουμε | να έχετε αναβιώσει / να αναβιώνετε / να αναβιώσετε | να αναβιώνουν / να αναβιώνουνε / να αναβιώσουν / να αναβιώσουνε |
| Προστακτική | — | αναβίωνε / αναβίωσε | — | — | αναβιώνετε / αναβιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →