αναβλάστηση
•
- βοτανικήη εκ νέου βλάστηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναγέννηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβλάστηση < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβλάστηση | αναβλαστήσεις |
| Γενική | αναβλάστησης | αναβλαστήσεων |
| Αιτιατική | αναβλάστηση | αναβλαστήσεις |
| Κλητική | αναβλάστηση | αναβλαστήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →