αναβλύζω
•
- κυριολεκτικάξεχύνομαι ορμητικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναδύομαι, πηγάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβλύζω < αρχαία ελληνική ἀναβλύζω < ἀνά + βλύζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναβλύζω | αναβλύζεις | αναβλύζει | αναβλύζουμε | αναβλύζετε | αναβλύζουν / αναβλύζουνε |
| Παρατατικός | ανάβλυζα | ανάβλυζες | ανάβλυζε | αναβλύζαμε | αναβλύζατε | ανάβλυζαν / αναβλύζαν / αναβλύζανε |
| Αόριστος | ανάβλυσα | ανάβλυσες | ανάβλυσε | αναβλύσαμε | αναβλύσατε | ανάβλυσαν / αναβλύσαν / αναβλύσανε |
| Μέλλοντας | θα αναβλύζω / θα αναβλύσω | θα αναβλύζεις / θα αναβλύσεις | θα αναβλύζει / θα αναβλύσει | θα αναβλύζουμε / θα αναβλύσουμε | θα αναβλύζετε / θα αναβλύσετε | θα αναβλύζουν / θα αναβλύζουνε / θα αναβλύσουν / θα αναβλύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναβλύσει | έχεις αναβλύσει | έχει αναβλύσει | έχουμε αναβλύσει | έχετε αναβλύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναβλύσει | είχες αναβλύσει | είχε αναβλύσει | είχαμε αναβλύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναβλύσει / να αναβλύζω / να αναβλύσω | να έχεις αναβλύσει / να αναβλύζεις / να αναβλύσεις | να έχει αναβλύσει / να αναβλύζει / να αναβλύσει | να έχουμε αναβλύσει / να αναβλύζουμε / να αναβλύσουμε | να έχετε αναβλύσει / να αναβλύζετε / να αναβλύσετε | να αναβλύζουν / να αναβλύζουνε / να αναβλύσουν / να αναβλύσουνε |
| Προστακτική | — | ανάβλυζε / ανάβλυσε | — | — | αναβλύζετε / αναβλύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →