αναβολέας
•
- μεταλλικός κρίκος που κρέμεται από τη σέλα. Χρησιμεύει στον αναβάτη για να ανέβει πάνω στη ράχη του ζώου. Βικιλεξικό
- στήριξε το δεξί του πόδι στον αναβολέα και δίνοντας μια ώθηση βρέθηκε καβάλα στο άλογο
- ανατομίαένα από τα τρία ακουστικά οστάρια του μέσου ωτός που έχει σχήμα όμοιο με του αναβολέα σέλας (γι' αυτό και η ονομασία). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
* αναβολέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναβολεύς (ιπποκόμος που βοηθάει τον αναβάτη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβολέας | αναβολείς |
| Γενική | αναβολέα / αναβολέως | αναβολέων |
| Αιτιατική | αναβολέα | αναβολείς |
| Κλητική | αναβολέα | αναβολείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →