αναβοσβήνω
•
- μεταβατικόανάβω και σβήνω κάτι διαδοχικά Βικιλεξικό
- -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
- 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, στίχ. 3 (1-4)
- αμετάβατοανάβω και σβήνω (εγώ) διαδοχικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβοσβήνω < ανάβ(ω) + -ο- + σβήνω, (παρατακτικό σύνθετο)
Άλλοι τύποι
αναβόσβησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →