Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβράζω

ρήμα
•
  1. βράζω, κοχλάζω, αφρίζω Βικιλεξικό
  2. ξαναβράζω Βικιλεξικό
  3. για τρικυμισμένη θάλασσααφρίζω, φουσκώνω Βικιλεξικό
  4. για μούστο / κρασίυφίσταμαι ζύμωση Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάταράζομαι ψυχικά, εξοργίζομαι, εξάπτομαι Βικιλεξικό
    • Μέσα η καρδιά μου ανάβρασε, μα πάλι το θυμό μου / κατάπια και του λέω: (*)

Ετυμολογία

αναβράζω < μεσαιωνική ελληνική ἀναβράζω < αρχαία ελληνική ἀναβράσσω < ἀνά + βράσσω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναβράζωαναβράζειςαναβράζειαναβράζουμεαναβράζετεαναβράζουν / αναβράζουνε
Παρατατικόςανάβραζαανάβραζεςανάβραζεαναβράζαμεαναβράζατεανάβραζαν / αναβράζαν / αναβράζανε
Αόριστοςανάβρασαανάβρασεςανάβρασεαναβράσαμεαναβράσατεανάβρασαν / αναβράσαν / αναβράσανε
Μέλλονταςθα αναβράζω / θα αναβράσωθα αναβράζεις / θα αναβράσειςθα αναβράζει / θα αναβράσειθα αναβράζουμε / θα αναβράσουμεθα αναβράζετε / θα αναβράσετεθα αναβράζουν / θα αναβράζουνε / θα αναβράσουν / θα αναβράσουνε
Παρακείμενοςέχω αναβράσειέχεις αναβράσειέχει αναβράσειέχουμε αναβράσειέχετε αναβράσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναβράσειείχες αναβράσειείχε αναβράσειείχαμε αναβράσει——
Υποτακτικήνα έχω αναβράσει / να αναβράζω / να αναβράσωνα έχεις αναβράσει / να αναβράζεις / να αναβράσειςνα έχει αναβράσει / να αναβράζει / να αναβράσεινα έχουμε αναβράσει / να αναβράζουμε / να αναβράσουμενα έχετε αναβράσει / να αναβράζετε / να αναβράσετενα αναβράζουν / να αναβράζουνε / να αναβράσουν / να αναβράσουνε
Προστακτική—ανάβραζε / ανάβρασε——αναβράζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναβράστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →