αναγελώ
•
- εμπαίζω Βικιλεξικό
- χαίρομαι, έχω έκφραση χαρούμενη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγελώ < αρχαία ελληνική ἀναγελάω / ἀναγελῶ < γελάω / γελῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγελάω / αναγελώ | αναγελάς | αναγελά / αναγελάει | αναγελάμε / αναγελούμε | αναγελάτε | αναγελάν / αναγελάνε / αναγελούν / αναγελούνε |
| Παρατατικός | αναγελούσα | αναγελούσες | αναγελούσε | αναγελούσαμε | αναγελούσατε | αναγελούσαν / αναγελούσανε |
| Αόριστος | αναγέλασα | αναγέλασες | αναγέλασε | αναγελάσαμε | αναγελάσατε | αναγέλασαν / αναγελάσαν / αναγελάσανε |
| Μέλλοντας | θα αναγελάσω / θα αναγελάω / θα αναγελώ | θα αναγελάς / θα αναγελάσεις | θα αναγελά / θα αναγελάει / θα αναγελάσει | θα αναγελάμε / θα αναγελάσουμε / θα αναγελούμε | θα αναγελάσετε / θα αναγελάτε | θα αναγελάν / θα αναγελάνε / θα αναγελάσουν / θα αναγελάσουνε / θα αναγελούν / θα αναγελούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγελάσει | έχεις αναγελάσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγελάσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγελάσει / να αναγελάσω / να αναγελάω / να αναγελώ | να έχεις αναγελάσει / να αναγελάς / να αναγελάσεις | να αναγελά / να αναγελάει / να αναγελάσει | να αναγελάμε / να αναγελάσουμε / να αναγελούμε | να αναγελάσετε / να αναγελάτε | να αναγελάν / να αναγελάνε / να αναγελάσουν / να αναγελάσουνε / να αναγελούν / να αναγελούνε |
| Προστακτική | — | αναγέλα / αναγέλαγε / αναγέλασε | — | — | αναγελάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναγελάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →