αναγνωρίζω
•
- ταυτίζω κάτι ή κάποιον που βλέπω με κάτι ή κάποιον που γνωρίζω από παλιά Βικιλεξικό
- μετά από τόσα χρόνια που είχα να τον δω, δεν μπόρεσα να τον αναγνωρίσω
- διαπιστώνω οπτικά την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου και έτσι αυτό παύει να είναι άγνωστο Βικιλεξικό
- οι συγγενείς κλήθηκαν από την αστυνομία για να αναγνωρίσουν το πτώμα
- ... Βικιλεξικό
- τα αεροσκάφη αναγνώρισαν τους στόχους τους
- παραδέχομαι Βικιλεξικό
- αναγνωρίζω τα λάθη μου
Ετυμολογία
αναγνωρίζω < αρχαία ελληνική ἀναγνωρίζω < ἀνά + γνωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγνωρίζω | αναγνωρίζεις | αναγνωρίζει | αναγνωρίζουμε | αναγνωρίζετε | αναγνωρίζουν / αναγνωρίζουνε |
| Παρατατικός | αναγνώριζα | αναγνώριζες | αναγνώριζε | αναγνωρίζαμε | αναγνωρίζατε | αναγνωρίζαν / αναγνωρίζανε / αναγνώριζαν |
| Αόριστος | αναγνώρισα | αναγνώρισες | αναγνώρισε | αναγνωρίσαμε | αναγνωρίσατε | αναγνωρίσαν / αναγνωρίσανε / αναγνώρισαν |
| Μέλλοντας | θα αναγνωρίζω / θα αναγνωρίσω | θα αναγνωρίζεις / θα αναγνωρίσεις | θα αναγνωρίζει / θα αναγνωρίσει | θα αναγνωρίζουμε / θα αναγνωρίσουμε | θα αναγνωρίζετε / θα αναγνωρίσετε | θα αναγνωρίζουν / θα αναγνωρίζουνε / θα αναγνωρίσουν / θα αναγνωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγνωρίσει | έχεις αναγνωρίσει | έχει αναγνωρίσει | έχουμε αναγνωρίσει | έχετε αναγνωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγνωρίσει | είχες αναγνωρίσει | είχε αναγνωρίσει | είχαμε αναγνωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγνωρίσει / να αναγνωρίζω / να αναγνωρίσω | να έχεις αναγνωρίσει / να αναγνωρίζεις / να αναγνωρίσεις | να έχει αναγνωρίσει / να αναγνωρίζει / να αναγνωρίσει | να έχουμε αναγνωρίσει / να αναγνωρίζουμε / να αναγνωρίσουμε | να έχετε αναγνωρίσει / να αναγνωρίζετε / να αναγνωρίσετε | να αναγνωρίζουν / να αναγνωρίζουνε / να αναγνωρίσουν / να αναγνωρίσουνε |
| Προστακτική | — | αναγνώριζε / αναγνώρισε | — | — | αναγνωρίζετε / αναγνωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →