Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγνωρίζω

ρήμα
•
  1. ταυτίζω κάτι ή κάποιον που βλέπω με κάτι ή κάποιον που γνωρίζω από παλιά Βικιλεξικό
    • μετά από τόσα χρόνια που είχα να τον δω, δεν μπόρεσα να τον αναγνωρίσω
  2. διαπιστώνω οπτικά την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου και έτσι αυτό παύει να είναι άγνωστο Βικιλεξικό
    • οι συγγενείς κλήθηκαν από την αστυνομία για να αναγνωρίσουν το πτώμα
  3. ... Βικιλεξικό
    • τα αεροσκάφη αναγνώρισαν τους στόχους τους
  4. παραδέχομαι Βικιλεξικό
    • αναγνωρίζω τα λάθη μου

Ετυμολογία

αναγνωρίζω < αρχαία ελληνική ἀναγνωρίζω < ἀνά + γνωρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναγνωρίζωαναγνωρίζειςαναγνωρίζειαναγνωρίζουμεαναγνωρίζετεαναγνωρίζουν / αναγνωρίζουνε
Παρατατικόςαναγνώριζααναγνώριζεςαναγνώριζεαναγνωρίζαμεαναγνωρίζατεαναγνωρίζαν / αναγνωρίζανε / αναγνώριζαν
Αόριστοςαναγνώρισααναγνώρισεςαναγνώρισεαναγνωρίσαμεαναγνωρίσατεαναγνωρίσαν / αναγνωρίσανε / αναγνώρισαν
Μέλλονταςθα αναγνωρίζω / θα αναγνωρίσωθα αναγνωρίζεις / θα αναγνωρίσειςθα αναγνωρίζει / θα αναγνωρίσειθα αναγνωρίζουμε / θα αναγνωρίσουμεθα αναγνωρίζετε / θα αναγνωρίσετεθα αναγνωρίζουν / θα αναγνωρίζουνε / θα αναγνωρίσουν / θα αναγνωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω αναγνωρίσειέχεις αναγνωρίσειέχει αναγνωρίσειέχουμε αναγνωρίσειέχετε αναγνωρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναγνωρίσειείχες αναγνωρίσειείχε αναγνωρίσειείχαμε αναγνωρίσει——
Υποτακτικήνα έχω αναγνωρίσει / να αναγνωρίζω / να αναγνωρίσωνα έχεις αναγνωρίσει / να αναγνωρίζεις / να αναγνωρίσειςνα έχει αναγνωρίσει / να αναγνωρίζει / να αναγνωρίσεινα έχουμε αναγνωρίσει / να αναγνωρίζουμε / να αναγνωρίσουμενα έχετε αναγνωρίσει / να αναγνωρίζετε / να αναγνωρίσετενα αναγνωρίζουν / να αναγνωρίζουνε / να αναγνωρίσουν / να αναγνωρίσουνε
Προστακτική—αναγνώριζε / αναγνώρισε——αναγνωρίζετε / αναγνωρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →