αναγνωσματάριο
•
- εκπαίδευσηβιβλίο εκμάθησης ανάγνωσης, ιδιαίτερα σχολικό βιβλίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγνωσματάριο < αναγνώσματ(ος) + -άριο, (καθαρεύουσα) ἀναγνωσματάριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγνωσματάριο | αναγνωσματάρια |
| Γενική | αναγνωσματάριου / αναγνωσματαρίου | αναγνωσματάριων / αναγνωσματαρίων |
| Αιτιατική | αναγνωσματάριο | αναγνωσματάρια |
| Κλητική | αναγνωσματάριο | αναγνωσματάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →